Του Διαμαντή Σεϊτανίδη
Μιλούσα τις προάλλες στο τηλέφωνο με ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο της πόλης μας, που είχε την καλοσύνη να μου τηλεφωνήσει για να μου εκφράσει τη συμφωνία του με τη θέση που πήρα σχετικά με την ανάγκη να υπάρχουν νόμιμοι και ελεγκτέοι από την Πολιτεία οίκοι ανοχής σε μια σύγχρονη πόλη. Κι η συζήτηση, ως συνήθως απλώθηκε σε ευρύτερα πολιτικά ζητήματα.
«Πιστεύω» του λέω, «ότι στην Ελλάδα η αριστερά διατηρήθηκε μεγάλη ποσοτικά, ακριβώς διότι η συμπεριφορά της δεξιάς ήταν μακριά από το λαό, πράγμα που δεν συνέβη σχεδόν σε καμία άλλη χώρα της δύσης. Η ελληνική δεξιά μετά τον εμφύλιο, είναι κατά κανόνα μια δεξιά των σαλονιών, της οικογενειοκρατίας και της αδιαφορίας –ενίοτε και περιφρόνησης- προς το λαϊκό στοιχείο».
Και πριν με διακόψει, συνέχισα: «Έτσι λοιπόν, με τη δεξιά ή καλύτερα την υποτιθέμενη αστική παράταξη να αυξάνει τις κοιλιές της στα σαλόνια και να ανακυκλώνει την ανεπάρκειά της, να εκχωρεί τις βουλευτικές έδρες στα παιδιά της, να απέχει από τον πολιτισμό και τη ζώσα κοινωνική δυναμική, ήταν φυσικό κι επόμενο αγαπητέ, αυτό το κενό να το καλύψει η αριστερά. Η αριστερά, που μπήκε λόγω της δεξιάς πολιτικής εκείνης της εποχής στο χώρο του βιβλίου, των μέσων ενημέρωσης, αλλά και που ήταν ενεργή στο καφενείο, στους συλλόγους, στους χώρους δουλειάς. Έτσι λοιπόν έκανε τις αρχές και τις αξίες της να είναι οικείες με την αίσθηση του μέσου πολίτη για την πορεία της χώρας. Γι αυτό η αριστερά είναι υπολογίσιμη δύναμη στην Ελλάδα, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της δύσης, απλώς εκφυλίζεται σταδιακά και αναπότρεπτα».
«Πρόσεξε σε ποιο σημείο διαφωνώ με τη θέση σου», μου επισήμανε ο συνομιλητής μου, που σημειωτέον προέρχεται από την αριστερά. «Ενώ ίσως στα πρώτα χρόνια μετά τον εμφύλιο τα πράγματα ήταν όπως τα περιγράφεις, κατά τις τελευταίες δεκαετίες και η αριστερά έπαψε να παράγει πολιτισμό και πολιτικές θέσει ουσίας. Έγινε η αριστερά της κλάψας. Διαμαρτύρεται για την ανεργία των Ελλήνων, αλλά ζητάει κλαίουσα την ανεξέλεγκτη είσοδο λαθρομεταναστών. Σκίζει τα ρούχα της για τη μείωση του βιοτικού επιπέδου του εργαζόμενου, αλλά υποστηρίζει τα προκλητικά προνόμια κάθε κλειστής κάστας, με πρώτους τους συνδικαλιστές. Η αριστερά σήμερα, και κάμποσα χρόνια πίσω, δεν είναι η αριστερά της δημιουργίας, της έκφρασης των πόθων του εργάτη, την προκοπής όλων. Είναι η αριστερά της κλάψας και της διαμαρτυρίας για οτιδήποτε βλέπει μπροστά της, σωστό ή λάθος».
Έχει δίκιο. Με τη δεξιά των σαλονιών και την αριστερά της κλάψας, η Ελλάδα έφτασε στα σημερινά της χάλια.